Ο μόνος ασφαλής δρόμος είναι ο δρόμος του Χριστού

438
loading...

Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο παρατηρείται λόγο της συνεχούς δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρίσκετε η χώρα μας το φαινόμενο πολλές συζητήσεις να είναι γύρω από τα λεγόμενα των Αγίων Πατέρων της ορθοδοξίας μας περί των γεγονότων που λαμβάνουν μέρος στις μέρες μας και φαίνεται να επαληθεύονται ακριβώς, αν και κάποιες φορές προκύπτουν και αρκετά αλλαγμένα οι ψεύτικα λεγόμενα και πρέπει να προσέχουμε πολύ σε αυτά που ακούμε και διαβάζουμε καθώς δεν έχουν σχέση με το πνεύμα και την σημασία που τα είπαν οι Άγιοι Πατέρες μας.

Το πρόβλημα ξεκινάει όμως που ακούγεται όλο και λιγότερο το γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο που είμαστε; Τι φωνάζανε κυριολεκτικά οι Άγιοι Πατέρες μας μαζί με όλες τις προφητείες που λέγανε και τι φωνάζουνε ακόμα και λένε οι σύγχρονοι πατέρες μας και πολλοί από εμάς και πρώτος εγώ κουφεύουμε; Όπως και το τι πρέπει να κάνουμε και γιατί θέλουμε να αλλάξει αυτή η κατάσταση που βρισκόμαστε; Ας τα πάρουμε λοιπόν τα ερωτήματα ένα ένα. Σίγουρα δεν κάναμε κάτι σωστά. Το γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο λίγο πολύ το ξέρουμε σχεδόν όλοι, τουλάχιστον το επιφανειακό μέρος γιατί υπάρχει και αυτό που λέγετε πνευματικοί νόμοι και φωνάζανε οι Άγιοι Πατέρες. Κάποιοι θα πούνε ότι φταίει που τόσα χρόνια ενώ ξέραμε τι γίνετε με την πολιτική σκηνή της χώρας δεν κάναμε κάτι.Αλλά νομίζω ότι η αλήθεια είναι άλλου. Πολύ απλά μπορεί να καταλάβει κάποιος ότι καταπατήσαμε μάλλον όλους τους πνευματικούς νόμους και το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν μπορεί να τους ξεπεράσει όπως ίσως θα μπορούσε να γίνει με ένα πρόστιμο του κράτους έχοντας ένα γνωστό η δίνοντας παρανομώντας το απαραίτητο ποσό σε κάποιον διεφθαρμένο που ορίστηκε εκεί για να κάνει το σωστό και μόνο.

Κάναμε ότι είναι δυνατόν κάποιοι για να γίνουμε χειρότεροι από αυτά που μας παρουσιάζει η τηλεόραση άλλοτε σαν αποτρόπεες πράξεις και τα κατηγορούμε και δείχνουμε και την απέχθεια μας αλλά αμέσως τα ξεχνάμε αναπαυόμενοι στην καλοπέραση μας και επειδή δεν γίνονται στο δικό μας το σπίτι χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η φωτιά δεν πλησιάζει και σε μας, και άλλοτε σαν αρετές και φαντασιωνόμαστε να γίνουμε εμείς οι πρωταγωνιστές στα αίσχοι που μας παρουσιάζουν μεταφιεσμένα ως προοδευτικά και ανοιχτόμυαλα στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής που μόνο σύγχρονη δεν είναι αλλά μοιάζει περισσότερο με μεσαιωνική. Ε όχι λοιπόν δεν εξαγοράζονται όλα με τα χρήματα.Όπως είναι αδύνατον να γίνουμε Θεοί στην θέση του ΘΕΟΥ(μπορούμε να φτάσουμε στην θέωση μόνο με την χάρη του ΘΕΟΥ).Αυτά λοιπόν έχουν σαν αποτέλεσμα την παράβαση τον πνευματικών νόμων την απομάκρυνση από τον Θεό και τον ερχόμο του έσχατου καταντήματος που ακόμα δεν έχουμε φτάσει παρά προγευόμαστε λίγο από αυτά που θα ερθούν αν δεν αλλάξουμε γρήγορα.Και για να αλλάξουμε πρέπει να σταματήσουμε να θέλουμε να επιστρέψουμε στην κατάσταση της ευμάριας που είμασταν για να την χρησιμοποιούμε μόνο για να προκαλούμε πόνο και στεναχώρια στους γύρω μας και στους αδυνάτους κάτι που γινόταν κατά κόρον.

Πρέπει να σταματήσουμε να φτιάχνουμε δικούς μας θεούς κατά το συμφέρον μας και στα μέτρα που εμείς θέλουμε και όπως μας βολεύει για να δικαιολογούμε τα χάλια μας και της αμαρτίες μας, ΘΕΟΣ είναι ένας και μοναδικός η ΑΓΙΑ ΜΑΣ ΤΡΙΑΔΑ ΠΑΤΗΡ ΥΙΟΣ και ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ(που είναι ολόκληρη αγάπη)είτε μας αρέσει είτε όχι.Πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε μόνο για το χρήμα λες και πρόκειται για το πιο σημαντικό πράγμα που υπάρχει,πρέπει να σταματήσουμε να θέλουμε να επιστρέψουμε στην ευμάρια για να γίνουμε χειρότεροι από πρίν και πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να κανούμε κακό στους άλλους και να αδιαφορούμε για τους γύρω μας με οποιονδήποτε τρόπο και αν γίνετε αυτό και φυσικά να μετανοήσουμε για όλα αυτά που έχουμε κάνει και να βάλουμε μια καινούργια αρχή.Πρέπει επειγόντως και περισσότερο από κάθε άλλη φόρα να γυρίσουμε στον ΧΡΙΣΤΟ μας στην εκκλησία μας.θυμηθήτε την Νινευή(παρακάτω δανείστηκα και παραθέτω σχετικό κείμενο που βρήκα στο ίντερνετ για την Νινευή με πολλές ευχαριστίες σε όποιον το έγραψε). Το φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τους Νινευίτες. Κατατρόμαξε την κυρίαρχη εκείνη πολιτεία, τη συγκλόνισε απ’ άκρη σ” άκρη. Κομμάτιασε τις καρδιές και του λαού και των αρχόντων, γιατί κατέστρεφε την πόλη τους και κάθε τους ελπίδα. Άκουσαν την προφητική φωνή οι βασιλιάδες και ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν, που πέταξαν τα στέμματά τους και πόθησαν τη μετάνοια. Την άκουσαν οι άρχοντες, και θορυβήθηκαν. Έβγαλαν τα λαμπρά φορέματά τους κι έβαλαν τρίχινα και ταπεινά. Την άκουσαν οι γεροντότεροι, κι έχωσαν από συντριβή τα κεφάλια τους μες στη στάχτη. Την άκουσαν οι πλούσιοι, κι αμέσως άνοιξαν τους θησαυρούς τους στους φτωχούς. Την άκουσαν οι δανειστές, και ξέσχισαν αμέσως τα γραμμάτιά τους. Την άκουσαν οι οφειλέτες, κι έτρεξαν να ξοφλήσουν τα χρέη τους. Την άκουσαν οι κλέφτες, κι έδιναν πίσω βιαστικά τα κλοπιμαία στους δικαιούχους. Την άκουσαν όμως και οι δικαιούχοι, και προσποιούνταν πως τα κλεμμένα δεν ήτανε δικά τους, αφήνοντάς τα όλα στους κλέφτες. Την άκουσαν οι φονιάδες, και εξομολογούνταν τα εγκλήματά τους, καταφρονώντας πια το φόβο των δικαστών. Την άκουσαν όμως και οι δικαστές, και τους συγχωρέσανε, γιατί μέσα σ’ εκείνη την απερίγραπτη συγκίνηση κανείς δεν είχε τη δύναμη να δικάσει. Την άκουσαν οι αμαρτωλοί, και εξομολογήθηκαν τις κακές τους πράξεις. Την άκουσαν οι δούλοι, κι έγιναν με το παραπάνω τίμιοι απέναντι στους αφέντες τους. Την άκουσαν οι πλούσιοι και οι επίσημοι, και έριξαν την έπαρσή τους. Κοντολογίς, άρχισε ο καθένας να φροντίζει για τη σωτηρία του και να παρακαλεί το Θεό. Δεν υπήρχε πια κανείς που να θέλει το κακό του άλλου.

Όλοι τώρα είχαν ένα μονάχα πόθο: Πώς να κερδίσουν την ψυχή τους. Και όλοι έσπερναν φιλανθρωπία για να θερίσουν τη συγχώρηση! Ο προφήτης Ιωνάς στάλθηκε σαν γιατρός στη Νινευή. Και ο γιατρός ανοίγει τις πληγές και τις καθαρίζει με φάρμακα στυπτικά. Σαν νυστέρι χρησιμοποίησε τη φοβερή φωνή του. Δεν τους κάλεσε να μετανοήσουν. Τους έκλεισε τελείως τη θύρα της ελπίδας, για να φοβηθούν και να σταματήσουν τα κακά, που γεννούν τις ψυχικές αρρώστιες. Γιατί η χάρη του Θεού δεν έστειλε τον Ιωνά στην πόλη για να την καταστρέψει, μα για να τη μεταστρέψει. Άκουσε λοιπόν η Νινευή την προειδοποίησή του, και με νηστείες και προσευχές επέστρεψε στο σωστό δρόμο της ζωής, δείχνοντας πόσα κατορθώνει η καταφυγή στο Θεό. Γιατί αυτή άλλαξε την απόφασή Του. Σταμάτησαν τα πολυτελή δείπνα των αρχόντων… Αλλά τί λέω; Αφού τα βρέφη τους έπαψαν να θηλάζουν, ποιος θα ήταν εκείνος που θ’ αναζητούσε την απόλαυση των νόστιμων φαγητών; Αφού στα ζώα τους δεν έδιναν νερό, ποιος απ’ αυτούς θα έπινε κρασί; Αφού ο βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκο, ποιος θα ντυνόταν με πολύτιμη φορεσιά; Αφού έβλεπαν τις γυναίκες του δρόμου να σωφρονούν, ποιος θα έκανε γάμο ή θα πάντρευε τα παιδιά του; Αφού οι ακατάστατοι συμμαζεύονταν από το φόβο, από ποιο στόμα θα ’βγαίνε γέλιο; Αφού όλοι έκλαιγαν και πενθούσαν, ποιος θα διασκέδαζε; Αφού οι κλέφτες αυτοτιμωρούνταν για τις κλοπές τους, πού θα βρισκόταν καταχραστής; Αφού η πόλη χανόταν, ποιος θα φύλαγε το σπίτι του;Το χρυσάφι ήταν ριγμένο καταγής, και όλοι το περιφρονούσαν. Ανοιχτά ήταν τα θησαυροφυλάκια, και κανείς δεν τα πλησίαζε. Οι ακόλαστοι έκλειναν τα μάτια τους, για να μη δουν με πόθο τις ομορφιές των γυναικών. Και οι γυναίκες κρύβονταν για να μη σκανδαλίζουν τους άνδρες. Ο καθένας κοίταζε να ωφελήσει τον διπλανό του και να ωφεληθεί κι ο ίδιος, για να σωθούν στο τέλος όλοι. Ο καθένας παρακινούσε τον άλλο σε προσευχή και εξομολόγηση. Ο καθένας πρόσεχε να μην αμαρτήσει κανείς τους. Έτσι ολόκληρη η πόλη έγινε σαν ένα σώμα. Δεν προσευχόταν εκεί κανένας να σωθεί μονάχος του, αλλά ικέτευε για τη σωτηρία όλων. Γιατί όλοι, σαν ένας άνθρωπος, κινδύνευαν απ’ τον αφανισμό και την καταστροφή. Οι δίκαιοι παρακαλούσαν για τους αμαρτωλούς. Και οι αμαρτωλοί φώναζαν στο Θεό ν’ ακούσει τους δικαίους. Συμμάζεψε το νου σου, αδελφέ μου, και δες πως όλοι μαζί ζούσαν μέσα σε βαρύ πένθος.

Το σπαραξικάρδιο κλάμα των νηπίων έκανε όλη την πόλη να οδύρεται. Το ξεφωνητό των παιδιών ξέσχιζε τις καρδιές των γονιών. Οι γέροι μαδούσαν τα μαλλιά τους. Κι οι νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν με κραυγές. Γιατί όλοι έβλεπαν να πεθαίνουν μαζί την ίδια στιγμή, θάβοντας ο ένας τον άλλο. Πρωί και βράδυ μετρούσαν τις ημέρες που απόμεναν από την προθεσμία του Ιωνά… Άλλη μια μέρα πέρασε! Ελάχιστες είχαν ακόμα! Πλησίαζε η καταστροφή! Τα παιδιά ρωτούσαν τους πατεράδες με δάκρυα: «Πέστε μας, ποια είν” η ώρα που ο Εβραίος όρισε να κατεβούμε όλοι μαζί ζωντανοί στον Άδη; Πότε θ’ αφανιστεί η ωραία μας πόλη; Ποια είν’ η μέρα της καταστροφής μας;”. Κι οι πατεράδες, με κόπο, συγκρατώντας το κλάμα τους, για να μην απελπίσουν τα παιδιά τους και τα στείλουν στον τάφο μια ώρα αρχύτερα, τους έλεγαν παρηγορητικά: “Μη φοβάστε, αγαπημένα μας. Έχετε θάρρος. Ο Κύριος είναι πολύ φιλάνθρωπος. Δεν θα εξαφανίσει το πλάσμα Του. Αν ένας ζωγράφος φροντίζει και συντηρεί με κάθε επιμέλεια την άψυχη εικόνα που φιλοτεχνεί, δεν θα φυλάξει ο Κύριος την έμψυχη και λογική εικόνα Του; Όχι, δεν θα καταστραφεί η πόλη μας! Απλά ο προφήτης, με την απειλή, μας καλεί σε μετάνοια. Εσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο από μάς; Είδατε την ωφέλεια της φοβέρας; Με την τιμωρία γίνατε πιο σοφοί και συνετοί. Σαν πατέρας λοιπόν και ο φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει το ραβδί Του, για να φοβίσει και να σωφρονίσει τους γιούς Του. Παιδεύει μα δεν θανατώνει. Συνετίζει και οδηγεί στη μετάνοια… Παρηγορηθείτε, παιδιά, και σταματήστε να κλαίτε. Δεν θ’ αφανιστεί η πόλη μας…”.Και να που οι Νινευίτες, παρηγορώντας με τέτοια λόγια τα παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς να το θέλουν. Έγιναν αληθινοί προφήτες. Η μετάνοια τους έκανε προφήτες. Εκείνοι, ωστόσο, δεν το ήξεραν. Γι’ αυτό και δεν σταμάτησαν να κλαίνε και να πενθούν. Με αυστηρή νηστεία και με αδιάκοπες προσευχές περνούσαν τις λίγες μέρες της προθεσμίας ως την καταστροφή, που τους είχε αναγγείλει ο προφήτης.

Βγήκε ο βασιλιάς απ’ το παλάτι του, και η πόλη ολόκληρη ζάρωσε από το φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο με τρίχινο σάκο. Είδε κι ό βασιλιάς την πόλη βυθισμένη στο θρήνο, και βούρκωσαν τα μάτια του. Έκλαψε η πόλη για το βασιλιά, όταν είδε τη συντριβή του. Έκλαψε κι ο βασιλιάς για την πόλη, όταν είδε το πένθος της. Κι ήταν τόσο το κλάμα, τόσος ο οδυρμός του, που έκανε και τις πέτρες να ραγίζουν.Αν τώρα παραβάλουμε τη μετάνοια των Νινευϊτών με τη δική μας, αυτή μοιάζει με όνειρο και σκιά, που φεύγει και χάνεται γρήγορα. Ποιος από μας προσευχήθηκε έτσι; Ποιος παρακάλεσε με τέτοιο τρόπο; Ποιος ταπεινώθηκε τόσο αφάνταστα ενώπιον του Θεού; Ποιος έβγαλε από πάνω του τις φανερές και κρυφές του πράξεις; Ποιος, στο άκουσμα μιας απλής φωνής, μετανόησε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, που ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει από την πολλή συντριβή; Ποιος άκουσε ένα λόγο και θόλωσε ο νους του; Ποιος άκουσε μίαν απειλή και στερέωσε μέσα του τη μνήμη του θανάτου; Ποιος αντίκρυσε με τη μετάνοια μπροστά του τον φιλάνθρωπο Θεό;Όλοι μαζί λοιπόν πενθούσαν, γιατί όλοι άκουσαν πως οι μέρες τους τελείωναν μια για πάντα. Ζωντανή κλήθηκε όλη η πόλη να κατεβεί στον Άδη! Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το στρατό του κι άρχισε με δάκρυα στα μάτια να τους λέει: “Σε πόσους πολέμους νίκησα! Και πόσες φορές δοξαστήκατε κι εσείς μαζί μου, πολεμώντας γενναία εναντίον των εχθρών! Τώρα όμως δεν έχουμε να κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά έθνη και λαούς, μα σε τούτη την περίσταση κινδυνεύουμε να νικηθούμε από έναν άσημο Εβραίο! Η βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς και βασιλιάδες, και τώρα η φωνή αυτού του ασήμαντου ανθρώπου μας προξενεί τόση φρίκη! Εμείς ερημώσαμε τόσες πόλεις, και τώρα μέσα στη δική μας πόλη κυριαρχεί ένας ξένος!

«Η Νινευή, η μάνα των γιγάντων, έπεσε σε τέτοια ταραχή μέσα στα ίδια της τα τείχη από την παρουσία ενός Εβραίου! Στην οικουμένη ολόκληρη βρυχιόταν η φοβερή λέαινα, η Νινευή. Και τώρα ένας Ιωνάς βρυχιέται εναντίον της! «Ας μην αδρανήσουμε, φίλοι μου, στη δύσκολη αυτή στιγμή, ούτε και να χαθούμε σαν άνανδροι και δειλοί. Γιατί όποιος υπομένει με ανδρεία τον πειρασμό, κερδίζει δυο πράγματα: Και όσο ζει δοξάζεται, και αφού πεθάνει επαινείται σαν ανδρείος και γενναίος αθλητής. Ας δυναμώσουμε λοιπόν και ας αντισταθούμε γενναία. Ας αγωνιστούμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Έτσι, κι αν δεν νικήσουμε, ας πεθάνουμε ηρωικά, αφήνοντας πίσω μας δοξασμένο όνομα. «Έχουμε ακούσει, πως η δικαιοκρισία του Θεού απειλεί τους κακούς και τους οδηγεί σε συναίσθηση, ενώ η φιλανθρωπία Του χαρίζει σωτηρία. Ας φοβηθούμε λοιπόν τη δικαιοκρισία Του και ας αυξήσουμε την ευσπλαχνία Του. Αν εξιλεωθεί η δικαιοκρισία του Θεού, το πλήθος των οικτιρμών Του θα είναι μαζί μας. «Ας μην καταφρονήσουμε τον Ιωνά. Ας μην παρακολουθούμε το κήρυγμά του επιπόλαια. Μπροστά σε όλους τον ρώτησα επανειλημμένα, για να δοκιμαστούν τα λόγια του. Τον κολάκεψα, μα δεν τον έπεισα. Τον φοβέρισα, μα δεν τον έκανα να δειλιάσει. Του πρόσφερα πλούτη, αλλά με περιγέλασε. Τον απείλησα με το σπαθί, και το ειρωνεύτηκε. Ούτε οι απειλές ούτε τα δώρα χαλάρωσαν το φρόνημά του. ”Ο λόγος του έγινε για μας καθρέφτης. Είδαμε να κατοικεί μέσα του ο Θεός και ν’ απειλεί τις πονηρές πράξεις μας. Ήρθε σ’ εμάς σαν ένας ευσυνείδητος γιατρός, που λέει πάντα στον άρρωστο την αλήθεια. Δεν διστάζει να πει ότι χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. «Ποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ψεύτη αυτόν που προφητεύει συμφορά; Αν ήταν ψεύτης, θα μας μιλούσε διπλωματικά και με επιφανειακή ευγένεια. Αν διαλαλούσε πως θα έχουμε νίκες και ειρήνη, τότε θα τον υποπτευόμασταν σαν κάποιον αισχροκερδή, που προφητεύει δήθεν καλά για μας, αποβλέποντας σε δώρα και απολαυές.

Αυτός εδώ όμως ούτε λίγο ψωμάκι δεν δέχεται από τα χέρια μας. Νηστεύει και προσεύχεται. Ίσως φιλοδοξεί να καταστραφεί η πόλη μας, για να μη διαψευσθεί το κήρυγμά του. Ε λοιπόν, κι εμείς με νηστεία και προσευχή ας του εναντιωθούμε, γιατί δεν είν” εκείνος που αμάρτησε, αλλά εμείς. Την πόλη μας, φίλοι μου, δεν την καταστρέφει ο προφήτης. Την καταστρέφουν τα άνομα έργα μας. Εχθρός μας δεν είν” ο Ιωνάς. Έχουμε άλλον εχθρό, αόρατο, πανούργο. Μ” αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε γενναία. Έχουμε ακούσει για τ’ αγωνίσματα του δίκαιου Ιώβ. Γνωστή είναι η δοκιμασία του, που κήρυξε σαν σάλπιγγα σ’ όλη την οικουμένη τη νίκη του εναντίον του διαβόλου. Αν λοιπόν ο διάβολος πολεμάει τόσο σκληρά τους δικαίους, πόσο θα πολεμήσει άραγε εμάς, τους αμαρτωλούς; Εμείς νικήσαμε βασιλιάδες στον πόλεμο. Ας νικήσουμε τώρα το σατανά με τη μετάνοιά μας. Εμπρός, ας αναμετρηθούμε μαζί του! Βγάλτε τους θώρακες και βάλτε σάκους τρίχινους! Πετάξτε τα τόξα και τρέξτε στις προσευχές! Αφήστε τα σπαθιά κι αρπάξτε την πίστη! Σπάστε τα βέλη και πιάστε τη νηστεία!… Αν νικήσουμε το σατανά, θα είν’ η νίκη μας η μεγαλύτερη απ’ όλες μέχρι τώρα. Και όπως έμπαινα εγώ πρώτος στους άλλους πολέμους, έτσι και σε τούτον τώρα μπαίνω πρώτος». Μ’ αυτά τα λόγια, πέταξαν τους χιτώνες τους οι στρατιωτικοί κι έβαλαν σάκους, όπως ο βασιλιάς. Κι ήταν ντυμένοι όλοι τώρα ταπεινά, αυτοί που πάντα ήταν λαμπροφορεμένοι. Σκόρπισε κήρυκες ο βασιλιάς, που καλούσαν όλη την πόλη σε μετάνοια, φωνάζοντας: “Να εγκαταλείψει ο καθένας την κακία του, για να μην πληγωθεί και σκοτωθεί σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο άρπαγας να επιστρέψει αυτά που άρπαξε. Ο άσωτος να σωφρονιστεί. Ο οργίλος να γίνει πράος. Κανένας να μη μνησικακεί. Κανένας να μην καταριέται. Κανένας να μην κακοκαρδίζει ούτε να κακολογεί τον άλλον. Αν εμείς συγχωρέσουμε τα σφάλματα των συνανθρώπων μας, τότε και ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά μας σφάλματα. Εμπρός λοιπόν, ας οπλιστούμε με νηστείες και προσευχές κι ας αγωνιστούμε όλοι μαζί με ανδρεία και γενναιότητα για τη σωτηρία μας».

Με το διάγγελμα αυτό ο βασιλιάς έφερε στο λαό του την αγάπη, την πίστη και την ελπίδα, που έχουν πολλή δύναμη και προσφέρουν ανακούφιση και χαρά. Έτσι ο γιός του γενναίου γίγαντα Νεβρώδ εγκατέλειψε τα κυνήγια και, αντί γι’ άγρια ζώα, άρχισε να κυνηγάει και να χτυπάει τα πάθη του. Αντί για αγρίμια, έσφαξε τις αισχρές αμαρτίες. Αφήνοντας τα έξω θηρία, πολεμούσε την πονηριά που είχε μέσα του. Κατεβαίνοντας από το καταστόλιστο άρμα του, τριγυρνούσε με τα πόδια στην πόλη και καλούσε όλους σε μετάνοια. Απ’ άκρη σ’ άκρη διέσχιζε τη Νινευή και πάσχιζε να την καθαρίσει απ’ τη βρωμιά της αμαρτίας. Βλέπει ο Ιωνάς αυτή την απίστευτη μετάνοια και τα χάνει. Θαυμάζει τους Νινευϊτες και ταυτόχρονα πενθεί για τους Ισραηλίτες. Είδε τους απογόνους της Χαναάν να δικαιώνονται με την πίστη, και τους απογόνους του Αβραάμ να έχουν προδώσει το Θεό. Είδε τη Νινευή να μετανοεί πικρά, και τη Σιών να πορνεύει με μανία. Είδε αμαρτωλές της Νινευή να σωφρονούν, και θυγατέρες του Ιακώβ να ασωτεύουν. Είδε στη Νινευή ψεύτες να κηρύσσουν την αλήθεια, και στη Σιών ψευδοπροφήτες να παρασύρουν με δόλο το λαό στην ειδωλολατρία. Στη Νινευή τα είδωλα γκρεμίστηκαν στα φανερά, ενώ στην Ιερουσαλήμ λατρεύονταν στα κρυφά. Η Νινευή έγινε ναός και εκκλησία του Θεού, ενώ των Ιεροσολύμων ο ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών. Βλέπει ο Ιωνάς τους Νινευϊτες να είναι πιο μυαλωμένοι και θεοσεβείς. Κι ενώ ο ίδιος με την απειλή του τους έκοβε την ελπίδα, η νηστεία τους την πολλαπλασίαζε και τους υποσχόταν ζωή. Βλέπει ο προφήτης τη μετάνοια και φοβάται μήπως βγει ψεύτικο το κήρυγμά του. Αυτός μετράει τις μέρες και τις νύχτες ως την καταστροφή, ενώ οι Νινευϊτες μετρούν τις αμαρτίες τους. Στέκονται στο στόμα του θανάτου και τρέμοντας χτυπούν τις πύλες του άδη, περιμένοντας τη δίκαιη οργή του Θεού, μα δεν παύουν να ελπίζουν και στο άπειρο έλεός Του. Αισθάνονται πως ο Θεός είναι πολυέλεος και δείχνει την αγάπη και την ευσπλαχνία Του σ” όσους μετανοούν. Νιώθουν πως ο προφήτης είναι σκληρός, ενώ ο Θεός φιλάνθρωπος. Γι’ αυτό αφήνουν τον σκληρό και καταφεύγουν στον Εύσπλαχνο. Σ’ Εκείνον, που σηκώνει το ραβδί Του για να φοβερίσει και όχι για να συντρίψει, για να παιδαγωγήσει και όχι για να θανατώσει.

Συνέχεια λοιπόν νήστευαν και αδιάκοπα παρακαλούσαν. Δεν στέγνωσαν τα μάτια τους απ’ της μεταμέλειας τα δάκρυα. Δεν κουράστηκε η γλώσσα τους να εκλιπαρεί το θείο έλεος. Με τη μετάνοια έδεσαν τη νηστεία και με τη νηστεία την καθαρότητα και τη σωφροσύνη. Όταν η χάρη του Θεού είδε αυτά τα πράγματα, σπλαχνίστηκε τους Νινευϊτες κι έστειλε πάνω τους τη δροσιά της ζωής και της συμπάθειάς Του.(Και έρχομαι πάλι εγώ να συμπληρώσω)Τι καταλαβαίνουμε απ όλα αυτά; Οτι ο Κύριος, ως φιλάνθρωπος και αγαθός και μακρόθυμος που είναι, δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή και τη μετάνοια και τη σωτηρία του. Ο λαός αδιαφόρησε για τον πλούτο και την ευμάρια αφού καταλάβανε τι είχανε κάνει και ότι τελικά τίποτα δεν είχε νόημα από αυτά καθώς έφτανε το τέλος και αυτήν την μετάνοια αντάμειψε ο καλός ο ΘΕΟΣ και τελικά(να με συγχωρέση ο ΘΕΟΣ και να μου επιτραπεί η έκφραση) άλλαξε την απόφαση και σώθηκε η πόλη και οι άνθρωποι.Η λέξη λοιπόν που Φωνάζανε οι Άγιοι Πατέρες και φωνάζουνε ακόμα είναι ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε τι κάναμε να ζήτησουμε συγχώρεση να αλλάξουμε και να πάρουμε απόφαση να μείνουμε αλλαγμένοι και να κάνουμε το σωστό όταν έρθουν πίσω όλα αυτά τα αγαθά πνευματικά και υλικά που απολάμβανε αυτή η ευλογημένη χώρα,να μοιάσουμε σε αυτούς τους ¨Ελληνες που όταν βρέθηκαν μπροστά στον ΧΡΙΣΤΟ είπε ότι ήρθε η ώρα να δοξαστή το όνομα του.Να γίνουμε πρώτα καλοί χριστιανοί και μετά καλοί άνθρωποι και να παραμείνουμε έτσι. Μην αυταπατάτε κανείς δεν υπάρχει άλλος δρόμος ασφαλής και σίγουρος παρα μόνο ο ΧΡΙΣΤΟΣ μας που είναι το Φως και η Ζωή μας,που είναι η σίγουρη οδός. Μόνο αυτός μπορεί να μας βγάλει από αυτό το αδιέξοδο και να μας γλιτώσει από την σίγουρη καταστροφή που οδεύουμαι.

Πρέπει να συνέλθουμε γρήγορα και πρώτος εγώ.Δεν έχουμε άλλο χρόνο,να με συγχωρέσετε αν στεναχώρησα κάποιους δεν τα έγραψα αυτά για αυτόν τον λόγο άλλα για να καταλάβουμε ότι Ένα είναι τελικά το σίγουρο,ο χρόνος τέλειωσε δεν πρέπει να παίζουμε με την μακροθυμία του ΘΕΟΥ,έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε 2 πράγματα.

ΧΡΙΣΤΟΣ Ή ΧΑΟΣ.

Λοιπόν;

ekklisiaonline.gr