Ποιός είναι άξιος και ποιός ανάξιος για την Θεία Κοινωνία;

2031
loading...

«Ἰδού, βαδίζω πρὸς θείαν κοινωνίαν…»
[…] Ἡ πλειονότητα τῶν σύγχρονων Χριστιανῶν ἀπέχει πολύ καιρό ἀπό τήν Θεία Κοινωνία καί κοινωνεῖ μόνο μιά-δυό φορές τόν χρόνο, γιά νά μήν ἀναφερθοῦμε σ’ ἐκείνους πού, μετά τήν ἐνηλικίωσή τους, κοινωνοῦν μόνο μία-δύο φορές στήν ζωή τους.

Πολλές εἶναι οἱ αἰτίες, οἱ δικαιολογίες, οἱ ἀφορμές, οἱ προφάσεις γιά τήν ἀποχή, γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, ἀπό τήν Θ. Κοινωνία. Λόγοι σεβαστοί (ἄν πρόκειται γιά κανόνα τοῦ Πνευματικοῦ), λόγοι ὅμως καί ἀνυπόστατοι, ὑπερβολικοί καί πλανεμένοι, ἀποστεροῦν ἀπό τόν πιστό τήν μεγάλη εὐλογία τῆς Θείας Μετάληψης. Ἡ ἄγνοια, ἡ ἀμέλεια, ἡ διαφορετική θεώρηση τοῦ Μυστηρίου, ἡ ἀντίδραση, ἡ ντροπή, ὁ αὐστηρός αὐτοέλεγχος, καί πάρα πολλά ἄλλα, κρατοῦν τούς Χριστιανούς μακριά ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου μας.

Μία συνήθης δικαιολογία πού προβάλλουν οἱ ἄνθρωποι γιά νά μήν κοινωνοῦν συχνά, εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἀναξιότητος πού νιώθουν γιά τήν συμμετοχή τους σέ ἕνα τόσο μεγάλο Μυστήριο. Πάρα πολλές φορές βρισκόμαστε μπροστά σ’ αὐτή τήν δικαιολογία, ὅταν ρωτᾶμε κάποιον γιατί κοινωνεῖ ἀραιά. Καί ἀπαντάει λέγοντας: «Τί τήν περάσαμε τήν Θ. Κοινωνία…». Τό αἴσθημα τῆς ἁμαρτωλότητός του, τῆς ἀναξιότητός του, τῆς μικρότητός του, σέ συνδυασμό μέ τήν ἄγνοια περί τοῦ Μυστηρίου, τόν κάνει νά στέκεται μακριά ἀπ’ αὐτό τό θεϊκό δῶρο καί τόν ἀποξενώνει ἔτσι ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πρόφαση τῆς ἀναξιότητος μπορεῖ νά εἶναι ἕως ἕνα σημεῖο δικαιολογημένη, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὄντως ἡ Θ. Κοινωνία εἶναι κάτι τό πολύ ὑψηλό, τό ἀνέγγιχτο γιά μᾶς τούς χοϊκούς, πῦρ καταναλίσκον, καί κατά συνέπεια εἴμαστε ὅλοι ἀνάξιοι νά μεταλάβουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀναξιότητά μας ὅμως αὐτή εἶναι σχετική καί ὄχι ἀπόλυτη. Ἐδῶ κάνουν λάθος ὅσοι δέν προσέρχονται στό Μυστήριο προβάλλοντας τήν ἀναξιότητά τους. Ὅλοι μας, ἄν τό δοῦμε ἀπόλυτα, εἴμαστε πλήρως ἀνάξιοι. Τό λέει πολύ χαρακτηριστικά καί ἡ εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου: «Οὐδείς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καί ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἤ προσεγγίζειν…». Κανείς δέν εἶναι ἄξιος.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει μία σχετική ἀξιότητα. Μία ἀξιότητα, μέ τήν ὁποία μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νά κοινωνήσουμε. Αὐτή τήν ὁποία, ἀπό ἀπέραντη ἀγάπη, μᾶς τήν παραχώρησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας. Αὐτός ὁ ὁποῖος μᾶς κάλεσε νά κοινωνοῦμε τοῦ Ἀχράντου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματός Του. Νά μεταλαμβάνουμε τοῦ ἀληθινοῦ Ἄρτου, ὁ ὁ­ποῖος χαρίζει αἰώνιο ζωή.

Στήν Συναγωγή τῆς Καπερναούμ Τόν ἀκοῦμε νά λέει: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τίς φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα. Καί ὁ ἄρτος δέ ὅν ἐγώ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἥν ἐγώ δώσω ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. στ΄ 51). Καί μέ τόν λόγο Του αὐτό, ὄχι μόνο μᾶς καλεῖ, ἀλλά θέτει τήν Θ. Κοινωνία καί ὡς προϋπόθεση γιά νά εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία Του: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰω. στ΄ 53).

Ἀπό ἀπέραντη ἀγάπη λοιπόν γιά τό πλάσμα Του, μᾶς παραχωρεῖ ὁ Θεός τήν σχετική ἀξιότητα, ὥστε νά μεταλαμβάνουμε τοῦ Σώματος καί Αἵματός Του γιά νά ἔχουμε αἰώνιο ζωή. Αὐτήν ὅμως τήν σχετική ἀξιότητα, ὑ­πάρχουν κάποιες προϋποθέσεις γιά νά τήν λάβουμε. Χωρίς αὐτές τίς προϋποθέσεις, παραμένουμε ἀνάξιοι νά μεταλάβουμε.

Μᾶς τό λέει πολύ χαρακτηριστικά ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή του: «Δοκιμαζέτω δέ ἄν­θρω – πος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Διά τοῦ­το ἐν ὑμῖν πολλοί ἀσθενεῖς καί ἄρρωστοι καί κοιμῶνται ἱκανοί» (Α΄ Κορ. ια΄ 28-30). Μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή καί μᾶς λέει ὅτι πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά ἐξετάσει καλά τόν ἑαυτό του, ἄν ἔχει τίς κατάλληλες προϋποθέσεις νά κοινωνήσει. Διότι, ὅποιος ἀνάξια κοινωνεῖ, χωρίς νά ἀναγνωρίζει ὅτι λαμβάνει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, τότε αὐτό πού τρώει καί πίνει, θά φέρει ἐπάνω του καταδίκη. Καί μάλιστα τονίζει ὅτι γιά τόν λόγο αὐτό ὑπάρχουν καί πολλές ἀρρώστιες καί θάνατοι.

Εἶναι πολύ γνωστή ἡ παραβολή τοῦ μεγάλου Δείπνου, ἡ ὁποία εἰκονίζει τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί κατά τήν ὁποία πολλοί ἦταν οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως οἱ ἐκλεκτοί. Μόνο αὐτοί στάθηκαν ἄξιοι νά εἰ­σέλθουν καί νά γευθοῦν τοῦ Δείπνου. Μόνο ὅσοι εἶχαν ἔνδυμα γάμου.

Ἐμεῖς ἄραγε ὅταν πλησιάζουμε στήν Θ. Κοινωνία ἔχουμε ἔνδυμα γάμου; Ἔχουμε αὐτή τήν σχετική ἀξιότητα; Ἔχουμε τίς προϋποθέσεις πού θέλει ὁ Θεός, ὥστε νά κοινωνήσουμε; Νιώθουμε τήν ἀνάγκη, μιά πού δέν ἔχουμε ἔνδυμα κατάλληλο νά εἰσέλθουμε στό Δεῖπνο, νά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά λαμπρύνει τήν στολή τῆς ψυχῆς μας; […]

Συνεχίζεται…

Πηγή: Ἀπό τό Μηνιαῖον Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν περιοδικόν «Ἁγία Λυδία»